Share

Το σημερινό σημαντικό ραντεβού της Ελλάδας με την ιστορία όμως φαίνεται να έχει αναβληθεί.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που η πολιτισμική της κληρονομιά αντηχεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Ο αρχαίος πολιτισμός της επηρέασε καταλυτικά όχι μόνο τον δυτικό πολιτισμό, αλλά και την ανατολή σε πολλές εκφάνσεις της.  Το σημερινό σημαντικό ραντεβού της Ελλάδας με την ιστορία όμως φαίνεται να έχει αναβληθεί για αόριστο χρονικό διάστημα. Η Ελλάδα από την απελευθέρωση από την οθωμανική αυτοκρατορία δείχνει να μην μπορεί να βρει τον χαρακτήρα της στον σημερινό κόσμο.

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο πολιτισμός είναι συνυφασμένος  με την οικονομία, οι λεγόμενοι κατά κόσμον πραγματιστές και ρεαλιστές, θεωρούν άκρως φυσιολογικό το ότι μια χώρα αδύναμη σε οικονομία και πολιτικούς συσχετισμούς είναι αδύνατη να παράγει πολιτισμό.  Από την άλλη έχουμε του κατά κόσμον ιδεαλιστές και ουρανοβάμονες, οι οποίοι ισχυρίζονται με την σειρά τους ότι ο πολιτισμός είναι ξέχωρος των οικονομιών.

Ασφαλώς όταν λέμε πολιτισμό δεν εννοούμε ποσοτικό πολιτισμό, δηλαδή πόσους εκδοτικούς οίκους κατέχει μία χώρα ούτε πόσες γκαλερί και καλλιτεχνικές εκθέσεις.  Για να δώσουμε μία εικόνα της πολιτισμικής απαγκίστρωσης της χώρας  να σημειώσουμε ότι στην Ελλάδα σήμερα δεν υπάρχει πανεπιστημιακή έδρα πολιτισμού, ούτε καν αυτούσιο υπουργείο. Βέβαια το πρόβλημα δεν έγκειται στις συστημικές θέσεις αλλά περισσότερο στην πολιτική διάθεση των αρχών να παράγουν πολιτισμό διά μέσω του μοναδικό εργαλείου το οποίο είναι η παιδεία.

Και εκεί συναντάτε το μεγαλύτερο πρόβλημα. Στην Ελλάδα θέλουμε να εξάγουμε πολιτισμό ενώ στην πραγματικότητα πρέπει να διαμορφώσουμε πρώτα την συλλογική μας ταυτότητα. Η πολιτισμική μας ταυτότητα χάθηκε για πολλούς λόγους που δεν θα αρκούσε ένα μικρό εισαγωγικό άρθρο για να σημειωθούν, με δύο λόγια όμως μπορούμε να αναφέρουμε επιγραμματικά την συνέπεια αυτής της απώλειας.

Ως φυσικό, επειδή ένας λαός δεν μπορεί να υφίσταται χωρίς ταυτότητα, όταν την χάνει αναζητάει δια μέσω των αναμοχλεύσεων της ιστορίας ή της εισαγωγής πολιτισμού, μία νέα ταυτότητα για να «είναι». Το γεγονός αυτό έχει δημιουργήσει μια σύγχιση στην πραγματική ταυτότητα του Έλληνα, όπου παρατηρείτε ένα μοναδικό φαινόμενο, ένας λαός να έχει τρεις υποταυτότητες. Έχουμε τον Γραικό, τον Ρωμιό και τον Έλληνα.

Ο Γραικός είναι αυτός που βλέπει την ελληνική πραγματικότητα με τα μάτια της δύσης, θεωρεί τον εαυτό του Έλληνα αλλά ερμηνεύει την πραγματικότητα του λαού αλλά και του εαυτό του σε σύγκριση με την δύση. Αναγνωρίζει την πολιτισμική ανωτερότητα της δύσης και θεωρεί ότι εκεί θα βρει και αυτός την πραγματική του αξιακή ταυτότητα.

Ο Ρωμιός είναι αυτός που γαλουχήθηκε με την Ελληνική παράδοση ανά τους αιώνες, από τα αρχαία χρόνια στην ύστερη αρχαιότητα και από την Νέα Ρώμη στην οθωμανική αυτοκρατορία. Δέχεται ή απορρίπτει με  τα συλλογικά του φίλτρα τις επιρροές άλλων πολιτισμών που μπορεί να συνυπήρξαν, και εκ των πραγμάτων κινείται και αναγεννάτε συνεχώς μέσα στην ιστορία.

Ο Έλληνας είναι αυτός που θεωρεί ότι ο ελληνισμός έπαυσε να υπάρχει γύρω στο 140 π.Χ., τότε δηλαδή που κατακτήθηκε από την Ρώμη. Θεωρεί οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτό ως κάτι ξένο προς την ελληνική πραγματικότητα, με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια. Στην πραγματικότητα όμως είναι αυτός που έχει δεχθεί τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό όπως έχει ερμηνευθεί από την αναγέννηση και τον διαφωτισμό της δύσης και όχι από τον συλλογικό του στοχασμό.

Οι τρεις αυτές ταυτότητες σε συνδυασμό με τον μαρασμό της παιδείας και την αναθεώρηση κάθε αξίας της πρότερης συλλογικής ταυτότητας του Έλληνα, δημιουργούν έναν θολό συνδυασμό που γιγαντώθηκε με τον λαϊκισμό της μεταπολίτευσης, και με τον άκρατο αφορισμό κάθε ιστορικής ή θεμελιωτικής πραγματικότητας στον βωμό του εξιχρονισμού.

Το σημερινό στοίχημα της χώρας είναι να τεθεί σε ένα πλαίσιο διαλόγου, χωρίς πολιτικές κατευθύνσεις, η ταυτότητα του Έλληνα, μέσω του στοχασμού και της σημερινής διανόησης, να αναγεννήσουμε την συλλογικότητα μας. Είναι ο μοναδικός τρόπος να παράγουμε πολιτισμό και να ξεφύγουμε από τον θανατηφόρο μιμητισμό, και έτσι να βρεθούμε ξανά στην πρωτοπορία. «Όπλα» μας είναι η γλώσσα, η πολυμηχανία και το εναπομένων αίσθημα του «κοινωνείν» του άλλου.

Leave a Comment