Share

Ρώμη και Νέα Ρώμη.

Προκειμένου να καταστεί εφικτή η ορθή περιγραφή τού όρου «Ρωμηοσύνη», ώστε να διασφαλιστεί πλήρως η εδραίωση και προβολή αυτής στο παρόν και το μέλλον, καθίσταται επιτακτική μια αναδρομή τόσο στους κόλπους τής Ιστορίας, όσο και στους τομείς τού Πολιτισμού, της Τέχνης, της Θεολογίας, της Φιλοσοφίας, της Πολιτικής, κλπ.

Καίρια είναι η επισήμανση των κάτωθι σημείων αναφοράς:

Η Ρώμη ήταν πόλη-κράτος, ακριβώς όπως ήταν και η Αθήνα, η Σπάρτη και η Θήβα. Επομένως η λέξη «Ρωμαίος» σημαίνει πολίτης τής Πρεσβυτέρας Ρώμης και κυρίως τής Κωνσταντινούπολης, ως Νέας Ρώμης, με γεωγραφική έκταση τα πέντε ρωμαϊκά πατριαρχεία, δηλαδή την Πενταρχία.

Μεταξύ τής Ρώμης και των ελληνικών πόλεων-κρατών υπήρξε πολιτιστική ταυτότητα, καθότι η Ρώμη πολύ νωρίς αποτέλεσε μια εκ των πολλών ελληνικών πόλεων της Μεσογείου. Ωστόσο η απόλυτη ταύτιση με τις ελληνικές πόλεις επήλθε, όταν μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στη Νέα Ρώμη, ήτοι την Κωνσταντινούπολη, από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο.

Βέβαια η Πρεσβυτέρα Ρώμη ήταν δίγλωσση και κατ’ επέκταση και η νέα πρωτεύουσα παρέμεινε δίγλωσση μέχρι τον Ζ΄ αιώνα, ενώ η Ρωμηοσύνη παραμένει δίγλωσση μέχρι σήμερα. Εικάζεται ότι η παλαιά Ρώμη ήταν στην αρχή τετράγλωσση, εφόσον μέχρι τον ΣΤ΄ αιώνα είχε Ετρούσκους βασιλείς και στην περιοχή γινόταν χρήση τόσο των ετρουσκικών, όσο και των λατινικών, των οσκικών και των ελληνικών.

Οι Ρωμαίοι, όμως, κατά την κατάκτηση των περιοχών τής Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και του εσωτερικού τής Μικράς Ασίας δεν προέβησαν στην προσπάθεια εκλατινισμού αυτών, αλλ’ αντίθετα, συνέχισαν τον εξελληνισμό τους, ή προχώρησαν στον εξελληνισμό των μη εξελληνισμένων ακόμα περιοχών.

Ας σημειωθεί εδώ ότι μετά το κλείσιμο των λατινικών σχολών στη Ρώμη το 92 π.Χ., η λατινική γλώσσα εξασθένισε και δεν θα λάμβανε τη γεωγραφική έκταση, την οποία έλαβε τελικά στη Δύση, αν δεν είχαν επακολουθήσει οι κατακτήσεις τής Γαλλίας, της Μαυριτανίας και της Βρετανίας από τους Ρωμαίους, όπου εστάλησαν ως άποικοι αυτών ως επί το πλείστον Λατίνοι. Ωστόσο, ήδη το 195 π.Χ. η λατινική γλώσσα ομιλείτο στην Ισπανία, το 146 π.Χ. στην Αφρική και είχε επικρατήσει ως κύρια γλώσσα τής Βόρειας Ιταλίας, ενώ η ελληνική το 92 π.Χ. ομιλείτο στην Κάτω Ιταλία, τη Σικελία, την Κορσική, τη Σαρδηνία, τα ισπανικά νησιά, τις παραλιακές πόλεις τής Ανατολικής Ισπανίας, τη Γαλλία, τη Δυτική Ιταλία και όλες τις επαρχίες ανατολικά τής Ιταλίας. Συμπερασματικά, η συντριπτική πλειοψηφία τού πλήθους εντός τής Ρωμανίας μιλούσε την ελληνική γλώσσα.

Επιπλέον, οι λόγιοι Ρωμαίοι, που έγραφαν στη λατινική γλώσσα, γνώριζαν άπταιστα την ελληνική γλώσσα και μιμούνταν τα ελληνικά πρότυπα των γραμμάτων, ταυτισμένοι εν τέλει πολιτιστικά με τον ελληνικό πολιτισμό. Όμως, σχεδόν όλοι οι Ρωμαίοι έγραφαν και στην ελληνική γλώσσα, κυρίως μετά τη μεταφορά τής πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη από τον Μέγα Κωνσταντίνο, οπότε και έγραφαν μόνο στην ελληνική γλώσσα.

Ιστορικό τεκμήριο των διαθέσεων των Ευρωπαίων έναντι των Ρωμαίων αποτελεί το γεγονός ότι κανένας αυτοκράτορας, ούτε Πάπας από το γένος των Λατινοφράγκων, Ιταλοφράγκων, Τευτονοφράγκων, Νορμανδών, Βουργουνδών και Λογγοβάρδων έφερε ποτέ το όνομα «Κωνσταντίνος». Με λίγα λόγια, σε όλη την ιστορία τού δυτικού πολιτισμού κανένας δεν έφερε το όνομα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, του κατεξοχήν θεμελιωτή τής Ρωμηοσύνης, με κέντρο την ορθόδοξη χριστιανική ρωμαϊκή Νέα Ρώμη, την Πόλη τού Κωνσταντίνου.

Οι Ρωμαίοι ήταν ιστορικοί εχθροί των γερμανικών φύλων και ουδέποτε υπήρξαν εχθροί τού ελληνικού πολιτισμού, αλλά απεναντίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος τού πολιτισμού αυτού. Επομένως, δεν φαίνεται ορθή η άποψη ότι οι Ρωμαίοι ήταν κατακτητές των Ελλήνων· αντίθετα, όχι μόνο ήταν Έλληνες, αλλά και συνέχισαν τον εξελληνισμό των κατακτηθέντων λαών τής Ρωμανίας. Το όνομα Ρωμανία ανήκει στον ελληνικό πολιτισμό και, κατ’ επέκταση, οι όροι Ρωμανία, Κωνσταντινούπολη, Νέα Ρώμη, Ρωμαίος, Ρωμηός, Ρωμηοσύνη και ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Ιδού επιτροχάδην ιστορικά τίνα στοιχεία·

Ήδη κατά τον δ’ αιώνα π.Χ. ο μαθητής του Πλάτωνος Ηρακλείδης ο Ποντικός αποκαλεί την Ρώμην «πόλιν Ελληνίδα Ρώμην».

Ο πρώτος Ρωμαίος συγγραφεύς και πατήρ της λατινικής γραμματολογίας ήτο Έλλην, ονόματι Λίβιος Ανδρόνικος, όστις διεμόρφωσε την ρωμαϊκήν φιλολογίαν κατά τα ελληνικά πρότυπα και ούτως εχάραξε την ελληνικήν γραμμήν των ρωμαϊκών γραμμάτων. Ήλθεν ως αιχμάλωτος εις την Ρώμην το 272 π.Χ. Μετέφρασε τον Ομήρον εις την υπ’ αυτού διαμορφωθείσαν γραπτήν ρωμαϊκήν, δια να τον χρησιμοποίηση ο ίδιος ως διδακτικόν κείμενον της λατινικής και ελληνικής γλώσσης δια τους Ρωμαίους μαθητάς του. Μετέφρασε και άλλα έργα εκ του ελληνικού και έγραψε πρωτοτύπως τα πρώτα ρωμαϊκά θεατρικά έργα και ποιήματα. Ούτως επεκράτησεν ευθύς εξ αρχής οι εγγράμματοι Ρωμαίοι να εκμανθάνουν την ελληνικήν ως πρότυπον των ρωμαϊκών γραμμάτων. Έκτοτε ουδέποτε έπαυσεν η διγλωσσία να κατευθύνη την εξέλιξιν του πολιτισμού των Ρωμαίων.

Οι δυο πρώτοι ιστορικοί της Ρώμης, ο Fabius Pictor και ο Cincius Alimentus ήσαν Ρωμαίοι, οι οποίοι περί το 200 π.Χ. έγραψαν ελληνιστί και όχι λατινιστί τας ιστορίας των, διότι οι τότε μορφωμένοι Ρωμαίοι εγνώριζον καλώς την ελληνικήν.

Από το 150 π.Χ. προ της υπό των Ρωμαίων κατακτήσεως της Ελλάδος, όλοι οι μορφωμένοι Ρωμαίοι ως και εκείνοι οι όποιοι έκαμνον τους μορφωμένους εγνώριζον καλώς την ελληνικήν γλώσσαν και φιλολογίαν.

Κατά την ιδίαν εποχήν ακόμη και οι κατ’ αρχήν διστακτικοί έναντι των ελληνικών παραδοσιακοί Ρωμαίοι προύχοντες ηναγκάσθησαν τελικώς να εκμάθουν την ελληνικήν δια το εμπόριον και δια την διοίκησιν των ελληνικών επαρχιών. Ούτως εξελληνίσθησαν οι κυβερνητικοί, οι διοικηταί, οι στρατιωτικοί, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι έμποροι.

Από του α’ αιώνος π.Χ. επεκράτησεν η παράδοσις οι Ρωμαίοι αριστοκράται, δια να ολοκληρώσουν την μόρφωσίν των, να σπουδάζουν εις την Ελλάδα.

Το 92 π.Χ. οι Ρωμαίοι έκλεισαν τας λατινικάς σχολάς ρητορικής και ούτως υπεχρέωσαν όλους τους φοιτητάς να φοιτούν εις τας ελληνικάς σχολάς40[40]. Τούτο διότι το επόμενον έτος ήρχισεν ο μέγας πόλεμος μεταξύ Ρωμαίων και Λατίνων, κατά την διάρκειαν του οποίου η Ρώμη εκινδύνευσε να καταστραφη.

Εν καιρώ ήνοιξαν πάλιν αι λατινικάι σχολαί, αλλά το προβάδισμα εκράτησαν αι
ελληνικαί. Η χρήσις της λατινικής γλώσσης ετονώθη πάλιν, εφ’ όσον εχρησιμοποιήθησαν οι Λατίνοι εις την αποίκισιν και εκλατίνισιν των μετέπειτα κατακτηθεισών δυτικών ,επαρχιών

Κατά την ιδίαν εποχήν κατηργήθη η θέσις του μεταφραστού εις την ρωμαϊκήν Σύγκλητον και έκτοτε επετράπη η άνευ μεταφράσεως χρήσις της ελληνικής εκ μέρους των εξ Ανατολής επισκεπτών ομιλητών, διότι όλοι οι Ρωμαίοι προύχοντες και αριστοκράται εγνώριζον απταίστως πλέον την ελληνικήν.

Οι αυτοκράτορες Ιούλιος Καίσαρ και Αύγουστος Καίσαρ (Οκτάβιος) και ο Κικέρων έγραψαν και ελληνιστί ιστορίας ή θεατρικά έργα.

Ο αυτοκράτωρ Τιβέριος είχε μίαν σπανίως έξαιρετικήν γνώσιν της ελληνικής και έγραψεν ελληνικά ποιήματα.

Ο θετός υιός του Τιβερίου, ο Γερμανικός, είχε και αυτός έξαιρετικήν γνώσιν της ελληνικής και έγραψεν ελληνιστί κωμωδίας.

Ο θαυμασμός του Νέρωνος δι’ ο,τιδήποτε το ελληνικόν είναι γνωστός.

Ο αυτοκράτωρ στρατηγός Βεσπασιανός (69-79 μ.Χ.) εγνώριζεν απταίστως τον Όμηρον και επροίκισε λατινικάς και ελληνικάς έδρας ρητορικής εν Ρώμη.

Ο αυτοκράτωρ Τραϊανός (98 – 117) ίδρυσε την μεγαλυτέραν εν Ρώμη βιβλιοθήκην λατινικών και ελληνικών βιβλίων και ετίμησε σπουδαίως τον Έλληνα επιστήμονα Πλούταρχον με τον τίτλον του Υπάτου.

Ο αυτοκράτωρ Αδριανός (117 – 138) ίδρυσε το Αθήναιον εν Ρώμη. Εξ αιτίας της υπερβολικής αφοσιώσεώς του εις τα ελληνικά ωνομάσθη graeculus.

Ο Σουετόνιος όστις υπήρξε γραμματεύς του Αδριανού έγραψε και ελληνικά έργα.

Ο αυτοκράτωρ Μάρκος Αυρήλιος (161 – 180) έγραψεν ελληνιστί τας φιλοσοφικός του μελετάς με τίτλον «Τα εις εαυτόν».

Ο Ρωμαίος πολίτης απόστολος Παύλος έγραψε την προς Ρωμαίους επιστολήν του ελληνιστί.

Τρανή απόδειξις ότι και ο λαός της Ρώμης ωμίλει την ελληνικήν.

Όλοι οι πρώτοι Χριστιανοί της Δύσεως και οι επίσκοποι της Ρώμης έγραψαν ελληνιστί.

Η λειτουργία της εκκλησίας της Ρώμης ετελείτο ελληνιστί μέχρι του δ’ αιώνος. Άλλη τρανή απόδειξις ότι η ελληνική ήτο η γλώσσα του πλήθους.

Η ελληνική γλώσσα ήτο η επικρατούσα εις όλην την περιοχήν της Ρώμης και κάτω Ιταλίας μέχρι τα μέσα του γ’ και ίσως μέχρι τα μέσα του δ’ αιώνος ότε εξησθένησε μόνον διότι μετεφέρθη η πόλις της Ρώμης με τους προύχοντας κατοίκους της εις την Νέαν Ρώμην. Ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέφερεν όχι την πρωτεύουσαν, άλλα την πόλιν. Μετώκησεν όχι μόνον ο Αυτοκράτωρ, αλλά η πόλις ολόκληρος. Ούτω μετώκησαν εις την Νέαν Ρώμην οι ύπατοι, οι περισσότεροι συγκλητικοί, οι μορφωμένοι, οι αρχηγοί γενικώς του στρατού, ολόκληρος σχεδόν η τάξις των πατρικίων, και μέγα μέρος του πληθυσμού.Το κενόν πού εδημιουργήθη κατά τον τρόπον αυτόν εις την Πρεσβυτέραν Ρώμην επληρώθη ως επί το πλείστον από λατινοφώνους Ρωμαίους και δια τον λόγον αυτόν εντός 50 ετών υπεχρεώθη ο πάπας Δάμασος να εισαγάγη την λατινικήν εις την λατρείαν της Πρεσβυτέρας Ρώμης.

Ο πρώτος εν Ρώμη γράψας λατινιστί και ο πρώτος γράψας μόνον λατινιστί είναι ο πρεσβύτερος Νοδατιανός μαρτυρήσας περί το 257 – 258.

Ο πρώτος λατινιστί γράψας Χριστιανός ήτο ο Αφρικανός Τερτυλλιανός, όστις έγραψεν όμως και ελληνιστί. Απεβίωσε το 250.

Αυτός και όλοι οι μετέπειτα λατινιστί γράψαντες Χριστιανοί αντέγραψαν ελληνικά πρότυπα θεολογίας εκτός από τον Αυγουστίνον, όστις δεν εγνώριζεν ελληνικά. Ούτος έγινεν ο εθνικός θεολόγος των Φράγκων.

Κατά τον τρόπον αυτόν αι διαφοραί μεταξύ της θεολογίας του Αφρικανού Αυγουστίνου και των
λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων έγιναν αι βασικαί διαφοραί μεταξύ των Φράγκων και των Ρωμαίων.

Οι μεγαλύτεροι λατινόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες, ως ο Μέγας Αμβρόσιος, ο Ιερώνυμος, ο Ιωάννης Κασσιανός, ήσαν πολύ επηρεασμένοι ή και μαθηταί μεγάλων ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων, ως του Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Γρηγορίου του Νύσσης, και Ιωάννου Χρυσοστόμου.

Πηγή : Ρωμηοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη του π. Ιωάννη Ρωμανίδη – Εκδόσεις Πουρνάρα .

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
14 Σεπτεμβρίου 1974

Leave a Comment