Share

“Ένα παράδειγμα προς μίμηση ειρηνικής συνύπαρξης και συμβίωσης μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής κοινότητας.”

Στην Ίμβρο, όπου πρόσφατα επισκεύθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, Περί τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 100% του πληθυσμού του νησιού δηλαδή περίπου 8.000 ήταν Έλληνες. Λόγω της στρατηγικής θέσης της, δίπλα στα Δαρδανέλλια, η Ίμβρος παρέμεινε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μαζί με την Τένεδο, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου, που παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα.
 
Το 1920, η Συνθήκη των Σεβρών παραχωρούσε τα δυο νησιά στην Ελλάδα. Μετά όμως την ήττα των Ελλήνων στη Μικρά Ασία και τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Συνθήκη της Λωζάννης έδωσε τα δύο νησιά στην Τουρκία, διάδοχο πλέον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ίδια συνθήκη όμως εξαίρεσε τους Έλληνες κατοίκους των δύο νησιών από την ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε, και προέβλεψε γι’ αυτούς εκτενή αυτονομία, πράγμα όπως που στη συνέχεια καταπατήθηκε σε μεγάλη έκταση.
 
Την περίοδο αυτή, οι άρρενες κάτοικοι των νησιών ηλικίας 20-40 επιστρατεύθηκαν και στάλθηκαν στα διαβόητα «τάγματα εργασίας» (γνωστά ως αμελέ ταμπουρού), όπου υποχρεώθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, κάτω από τις σφοδρές καιρικές συνθήκες του χειμώνα, στα βουνά της ανατολικής Τουρκίας και του Κουρδιστάν.
 
Ο επίσκοπος των νησιών και οι ηγέτες των τοπικών κοινοτήτων συνελήφθησαν και εξορίστηκαν στην Ανατολία (στην ανατολική Τουρκία), αφήνοντας με τον τρόπο αυτό ακέφαλο τον τοπικό πληθυσμό.
 
Το 1926, ο νέος Αστικός Κώδικας της Τουρκίας ανακάλεσε όλα τα δικαιώματα των μειονοτήτων, μεταξύ αυτών και των κατοίκων της Ίμβρου, κατά παράβαση της Συνθήκης της Λωζάννης. Ο Νόμος 1151 του 1927 απαγόρευσε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία. Η πρόβλεψη για ύπαρξη τοπικής αστυνομίας, ελεγχόμενης από την ελληνική μειονότητα στο νησί δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Η Ίμβρος ονομάστηκε Gökçeada και έλαβε χώρα εκτεταμένος εποικισμός από την ενδοχώρα της Τουρκίας, με σκοπό την αλλοίωση της πληθυσμιακής σύνθεσης. Ιδιοκτησίες Ελλήνων απαλλοτριώθηκαν με την επίκληση λόγων ασφαλείας σε εξευτελιστικές τιμές.
 
Η κλιμάκωση της έντασης στην Κύπρο τη δεκαετία του 1960 επέφερε ακόμη μεγαλύτερη χειροτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των Ελλήνων στο νησί. Η εγκατάσταση μιας “ανοικτής φυλακής” (δίπλα στο χωριό Σχοινούδι) για βαρυποινίτες από το εσωτερικό της χώρας αύξησε τον τρόμο του ελληνικού πληθυσμού και επέτεινε το φαινόμενο της μετανάστευσης.
 
Το 1964, οι τουρκικές αρχές κατέσχεσαν τα σχολικά κτίρια της τοπικής κοινότητας (νηπιαγωγείο, δημοτικό και γυμνάσιο), καθώς επίσης και τα έπιπλα, τις βιβλιοθήκες και τον σχολικό εξοπλισμό τους. Οι διδάσκοντες απολύθηκαν και δεν τους επετράπη η ανάληψη θέσης ούτε στα σχολεία των μειονοτήτων στην Κωνσταντινούπολη. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας απαγορεύτηκε ακόμη και κατ’ οίκον και τα παιδιά των Ελλήνων υποχρεώθηκαν να διδάσκονται μόνο την τουρκική.
 
Το 1964, το τουρκικό κοινοβούλιο ψήφισε τον νόμο 6830 «περί απαλλοτριώσεων» που, σύμφωνα με το άρθρο 5, έδινε στην «εντολοδόχο αρχή το δικαίωμα να προβαίνει σε απαλλοτριώσεις χωρίς να δεσμεύεται από καμιά προδιαγραμμένη νομική ρύθμιση και να ορίζει την αποζημίωση κατά τη δική της υποκειμενική κρίση».
Προοδευτικά, απαλλοτριώθηκε το 98% περίπου του συνόλου των γόνιμων και αροτραίων εκτάσεων με οικονομικό αντάλλαγμα που δεν ξεπερνούσε την αξία ενός καλαθιού με αυγά στην τοπική αγορά, πράγμα που στην ουσία συνιστούσε κατάσχεση.
 
Την ίδια χρονιά, η έκταση της αροτραίας γης που ανήκε στους Έλληνες κατοίκους των νησιών ανερχόταν στα 25.000 στρέμματα περίπου. Το 1990, και μετά από όλες αυτές τις εικονικές απαλλοτριώσεις, η έκταση αυτή δεν ξεπερνούσε τα 0,06 στρέμματα περίπου.
 
Επιπλέον, βοσκότοποι που παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για τη βοσκή των προβάτων χαρακτηρίστηκαν ως «δασικές περιοχές» ή ως «αναδασωτέες» εκτάσεις κρατικής ιδιοκτησίας, στις οποίες οι ντόπιοι δεν είχαν πλέον το δικαίωμα να φέρνουν τα κοπάδια τους. Ως εκ τούτου, οι κάτοικοι που στην πλειονότητά τους ήταν γεωργοί και βοσκοί έχασαν τις καλλιέργειές τους, τους ελαιώνες, τους αμπελώνες, τα κτήματα με τα οπωροφόρα δέντρα και τους βοσκοτόπους τους.
 
Εκτός από τα παραπάνω μέτρα, η εκμετάλλευση των λιγοστών υδάτινων πηγών που βρίσκονταν κοντά στα χωριά παραχωρήθηκε στους στρατιωτικούς καταυλισμούς ή στις καλλιέργειες κρατικής ιδιοκτησίας, στερώντας από τους ντόπιους τη δυνατότητα να καλλιεργούν ακόμη και τα περιβόλια των σπιτιών τους. Τέλος, εκτός από τη γη, οι αρχές κατέσχεσαν όλες τις αγροικίες και κάθε άλλη εγκατάσταση στις αγροτικές περιοχές και απαγόρευσαν ακόμη και τη διέλευση των πρώην ιδιοκτητών τους μέσα από αυτές (παραβίαση των άρθρων 38, 39, 40 και 42).
 
Από τα 262 ξωκλήσια της Ίμβρου βεβηλώθηκαν και λεηλατήθηκαν τα 248, που στο εξής χρησιμοποιήθηκαν ως στάβλοι, στρατιωτικά φυλάκια, αποθήκες και αποχωρητήρια στρατοπέδων ή καταστράφηκαν και τα οικοδομικά υλικά τους χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή στρατιωτικών καταυλισμών και φυλακών. Ο ιστορικός ναός του Κάστρου (που χρονολογείται από τον 16ο αιώνα) πυρπολήθηκε και τα ερείπιά του σήμερα χρησιμοποιούνται ως στάβλοι. Στους κατοίκους του νησιού δεν επετράπη η ανοικοδόμηση του ναού, ούτε καν με δικά τους έξοδα (παραβίαση των άρθρων 38, 40 και 42 της Συνθήκης).
 
Τη νύχτα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο (Ιούλιος 1974) όλοι οι κάτοικοι του Κάστρου υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Στη συνέχεια, το νεκροταφείο του χωριού βεβηλώθηκε και τα οστά των νεκρών σκορπίστηκαν στη ρεματιά που βρίσκεται κοντά στο χωριό (παραβίαση των άρθρων 38, 39, 40 και 42).
 
Οι Ίμβριοι και οι Τενέδιοι που διέμεναν στο εξωτερικό έχασαν την τουρκική υπηκοότητά τους, χάνοντας έτσι τα «πολιτικά τους δικαιώματα» και τη δυνατότητα να επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη (παραβιάσεις των άρθρων 38, 39 και 40).
 
Σύντομα, η τρομοκρατική αυτή τακτική που υφίστατο με την ανοχή του κράτους, κατέληξε ακόμη και σε δολοφονίες Ελλήνων κατοίκων.
 
Σήμερα οι Έλληνες στην Ίμβρο από 8,000 που υπήρχαν,δεν είναι πάνω από 135, στην πλειοψηφία τους γέροντες. Η “ανοικτή αγροτική φυλακή” χτίστηκε στο χωριό Şirinköy, κοντά στο Σχοινούδι το οποίο ήταν από τα μεγαλύτερα χωριά της Ίμβρου και των Βαλκανίων το οποίο σήμερα είναι από τα πιο ερειπωμένα χωριά στο νησί.
 
Και ο επόμενος πρωθυπουργός, ο επόμενος εθνοσωτήρας αυτού του φανταστικού λαού μας είπε το ανείπωτο :
“Ένα παράδειγμα προς μίμηση ειρηνικής συνύπαρξης και συμβίωσης μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής κοινότητας.”
 

Leave a Comment